
Σήμερα η Δεσποινίς μου ήθελε βόλτα...
Έτσι πήγαμε στο πάρκο να χαλαρώσει λίγο.
Μιλάγαμε για διάφορα και είμασταν όμορφα εκεί μαζί.
Το μυαλό μου όμως όπως πάντα ήταν στις νέες και ωραίες μποτούλες που φορούσε.
...
Μαύρες με χοντρό τακούνι.
Πολύ όμορφες.
Φορούσε μια μπλούζα και ενα μαύρο τζιν παντελόνι που έμοιαζε να είναι η προέκτασή τους...
Σέξι...
Αρκετά!
...
Οι πέτρες έλιωναν κάτω από τα τακούνια Της...
Τα κλαδάκια Της παραδίδονταν χωρίς αντίσταση...
Τα φύλλα έφτιαχναν χαλί για να περπατήσει πάνω...
Περπατούσε και αισθανόμουν κάθε πάτημά Της στο κορμί μου
Σε κάθε βήμα Της αναστέναζα.
Σε κάθε βήμα Της...
Καθίσαμε σε ένα σημείο και θαυμάσαμε τη θέα.
Εκείνη δηλαδή...
Γιατί εγώ θαύμαζα τις υπέροχες μπότες Της.
Έπαιζε με αυτές ένα κουκουνάρι...
Το πάταγε με το τακούνι Της...
Με το πέλμα Της...
Και αυτό έβγαζε θορύβους.
Σαν να μιλούσε
Σαν να Την παρακαλούσε να το πατήσει.
Ήταν στο έλεος Της...
Μπορούσε οποιαδήποτε στιγμή να το συνθλίψει έτσι απλά...
Αλλά δεν το έκανε.
Έπαιζε μαζί του...
Το βασάνιζε...
Με βασάνιζε...
Υπέροχα.
Έσκυψα και κάθισα δίπλα Της.
Έβαλα το χέρι μου κάτω.
Δίπλα από τις μπότες Της...
Έβλεπα να παίζει ακόμα με το κουκουνάρι και αυτό με άναβε πολύ...
Έπρεπε τα δάχτυλα μου να πάρουν την θέση του.
Και έτσι και έγινε...
Σε μια στιγμή που άφησε το κουκουνάρι και πάτησε κάτω
Έβαλα τα δάχτυλα μου στο κενό μεταξύ σόλας και τακουνιού...
Περίμενα κάποια Της κίνηση.
Υπομονετικά...
Πολύ...
Μου άρεσε αυτή η προσμονή...
που τελείωσε όταν σήκωσε για λίγο το τακούνι Της.
Τότε βρήκα εγώ ευκαιρία να βάλω από κάτω τα δύο μου δάκτυλα.
Το τακούνι κατέβηκε με δύναμη πάνω στα δάκτυλά μου αλλά το τράβηξε δίπλα.
Εγώ πλησίασα πάλι...
Τα έβαλα πάλι στο ίδιο σημείο...
Κούναγε το τακούνι Της πάνω κάτω
αλλά μόλις πλησίασα σταμάτησε και άλλαξε θέση.
Εγώ επέμενα.
Μέτα από λίγα λεπτά γυρνάει και με μία ξαφνική κίνηση με πατάει στα δάχτυλα.
Χωρίς να μου αφήσει περιθώρια να αντιδράσω.
Τα πατούσε με δύναμη...
Το άγριο έδαφος έκανε τον πόνο δυνατότερο...
Το άγριο έδαφος έκανε τον πόνο δυνατότερο...
Σε λίγο άρχισα να μη τα νιώθω...
Πόναγα ωραία από την Δεσποινίς μου...
Άρχισε να παίζει με το πόδι Της.
Να πατάει μόνο στο τακούνι...
Να το γέρνει δεξιά...
Να το γέρνει αριστερά...
Να το στρίβει...
Πόναγα πολύ...
Αλλά δεν ήθελα να κάνω κάτι...
Ούτε να μιλήσω...
Ούτε να πιάσω την μπότα που με πάταγε...
Ούτε να το βγάλω...
Υπέμενα το πόνο...
Τον πόνο από Εκείνη...
Σε μια στιγμή μου είπε να σηκωθώ πάνω.
Όμως εγώ δεν μπορούσα και δεν ήξερα τι δικαιολογία να βρω...
Όταν είδε ότι δεν σηκώνομαι με ρώτησε
"Γιατί δεν σηκώνεσαι μικρέ;"
"Καλά είμαι και εδώ Δεσποινίς μου..."
Σιωπή...
Το πίστεψε?
Ίσως...
Όμως η απάντησή Της ήρθε να με διαψεύσει
"Δεν σου έχω πει ότι δεν θέλω ψέματα?"
"Μα... δεν σας..." δεν πρόλαβα να τελειώσω την φράση μου
και με πάτησε με δύναμη τόσο ώστε να μην μπορώ ούτε ανάσα να πάρω.
"Μήπως δεν έχεις αρκετά μακρύ χέρι μικρέ?"
Πόναγα και δεν μπορούσα να μιλήσω
Έσφιγγα τα δόντια μου για να υπομένω τον πόνο
"μα Κυρία..."
"Δεσποινίς μικρέ" είπε και έστριψε το τακούνι στα δάχτυλα μου
"Πότε θα το μάθεις?"
"Μα... Μάλιστα Δεσποινίς μου..."
Τα δάχτυλά μου είχαν μουδιάσει...
Μετά από λίγο σήκωσε το πόδι Της, ελευθερώθηκα και μου είπε...
"Τέλος. Βάλε τώρα το κουκουνάρι μου εκεί που ήταν για να συνεχίσω το παιχνίδι μου μικρέ..."
Έβαλα το κουκουνάρι κάτω από το τακούνι Της...
Φίλησα τρυφερά τις μπότες Της...
Συνέχισα να Την απολαμβάνω να το συνθλίβει αργά και βασανιστικά...



